Μπαλκόνι με θέα στην Απουσία

 Το σπίτι ήταν ήσυχο. Από εκείνες τις σιωπές που δεν σε ξεκουράζουν, αλλά σε βαραίνουν. Πέρασε μέσα δίχως να ανάψει φώτα. Πήγε κατευθείαν στο μπαλκόνι. Το φως του απογεύματος χανόταν στον ορίζοντα, πίσω από το γαλάζιο της θάλασσας και όλο το τοπίο έμοιαζε σαν ένας καμβάς ζωγραφικής, τέτοιον που μπορείς να δεις σε μια έκθεση και να σου ξυπνήσει διάφορα συναισθήματα. 

Κάθισε σε μια πλαστική καρέκλα .

Έμεινε έτσι για λίγο. Με την πλάτη ακουμπισμένη πίσω, τα πόδια λυγισμένα, και το βλέμμα του χαμένο στο βάθος του ορίζοντα, που έμοιαζε σα να μην έχει επαφή με την πραγματικότητα. 

Έπειτα, σχεδόν ψιθυριστά, άρχισε να μιλά. Δεν κοίταζε πουθενά συγκεκριμένα. Σαν να απευθυνόταν σε κάτι αόρατο που ήξερε όμως ότι άκουγε.

"Δεν ξέρω πώς να το κάνω αυτό. Δεν με έμαθε κανείς. Εσύ ήσουν πάντα αυτός που ήξερε τι να πει. Πώς να χαλαρώσει την ένταση. Πώς να με τραβήξει πίσω όταν έπεφτα. Τώρα… δεν έχω ποιος να το κάνει."

Σώπασε για λίγο. Πέρασε τα δάχτυλά του πάνω απ’ το πρόσωπό του — όχι για να σκουπίσει δάκρυα. Δεν είχαν βγει ακόμη. Ήταν από αυτές τις στιγμές που ο πόνος δεν έβρισκε έξοδο.

"Σου το είχα πει ποτέ πως σε ζήλευα; Όχι για τα εύκολα. Για το ότι δεν φοβόσουν να είσαι εσύ. Εγώ πάντα έκρυβα γιατί φοβόμουν τι θα πουν οι άλλοι. Εσύ ήσουν φως, και εγώ σκιά. Ακόμα και τώρα... σε φοβάμαι λίγο. Γιατί είσαι μέσα μου και δεν σε φτάνω."

Ο αέρας χάιδεψε το πρόσωπο του Ανέστη λες και ήταν κάποια ελεύθερη πνοή. Ίσως και η ψυχή του Μάρκου. 

"Σου είπα ποτέ πόσο σε αγαπούσα; Όχι. Ποτέ. Όλο με πλάκες το έλεγα. Με ειρωνείες. Με «άντε ρε χαζέ». Αλλά τώρα… τώρα που δεν υπάρχεις, είναι η μόνη λέξη που έμεινε."

Κοίταξε πέρα στη θάλασσα. Ακούστηκε μια φωνή να λέει άντε τελειώσαμε τώρα. . είδε δυο άντρες να βάζουν σε έναν κουβά, τα ψάρια που είχαν πιάσει. Όπως κάποτε εκείνοι. Δυο αδέρφια που μοιράζονταν γέλιο, ιδρώτα και ζωή. Τώρα, μόνο ο ένας έμενε να θυμάται.

"Θυμάσαι τότε που είχα πιει νερό στη θάλασσα  εγώ νόμιζα ότι πνιγόμουν κι εσύ γέλαγες; Κι εγώ σου φώναξα να σοβαρευτείς… Μα ήσουν πάντα πιο ήρεμος. Πιο δυνατός. Και τώρα που έφυγες… εγώ τι να κάνω με αυτή τη σιωπή;"

Το φως είχε σχεδόν χαθεί. Άναψε ένα μικρό κερί στο τραπεζάκι. Όχι σαν τελετουργία. Απλά γιατί δεν άντεχε πια το σκοτάδι.

"Έπρεπε να σου είχα πει… πως λυπάμαι. Που δεν ήμουν εκεί όταν χρειάστηκε. Που δεν μίλησα ποτέ για όσα ένιωθα. Που σε άφησα να φύγεις χωρίς να σε αγκαλιάσω. Μπορεί να μη με άφηνες… αλλά εγώ δεν το πάλεψα. Ήσουν πιο γενναίος ακόμη και στο τέλος."

Η φωνή του έσπασε εκεί.

Για λίγο σώπασε.

Ύστερα σηκώθηκε, μπήκε μέσα και γύρισε με το κινητό στο χέρι και πήγε στην εφαρμογή της μουσικής.  πάτησε το πρώτο κομμάτι . . Ήταν το πρώτο κομμάτι που είχε γράψει ο αδερφός του μαζί με κάποιος φίλους και το είχαν ηχογραφήσει.  «την πονεμένη την καρδιά της έριξες μεσα στα σκατά » Και σε άλλο σημείο: "Αυτός την βρίσκει, την βρίσκει και εγώ ουίσκι, ουίσκι, ουίσκι". 

Το άκουγε το τραγούδι ακίνητος. Το βλέμμα του γυάλιζε.

"Αν είσαι κάπου και με ακούς… μόνο αυτό θέλω να ξέρεις:
Δεν σε ξέχασα.
Και δεν πρόκειται.
Κι αν ποτέ υπάρξει τρόπος…
να σε βρω κι εγώ…
θα τον πάρω.
Χωρίς δεύτερη σκέψη."

Το κερί έκαιγε ακόμα. Ο ουρανός είχε πια μαυρίσει. Μα μέσα του, ένα φως έμενε αναμμένο. Ίσως δεν ήταν παρηγοριά. Αλλά ήταν παρουσία.

Και κάπως έτσι, ο ήρωας — δεν είχε λυτρωθεί. Αλλά είχε σπάσει τη σιωπή.
Και αυτό, για πρώτη φορά, ήταν αρκετό.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Για ποια Ελένη;

Για εμάς...