Το χειρόγραφο που ξύπνησε
Ο Ανέστης σηκώθηκε αργά από την καρέκλα στο μπαλκόνι, νιώθοντας το βάρος της σιωπής να απλώνεται γύρω του. Μέσα στο σκοτάδι, το μόνο φως ήταν το κερί που έκαιγε ακόμα στο τραπεζάκι, σαν φυλαχτό απέναντι στην απώλεια. Μπήκε μέσα, κουρασμένος αλλά αποφασισμένος να μετατρέψει τον πόνο σε ελπίδα. Το πένθος σε αγάπη. Όπως του είχε πει και η γυναίκα στην βιβλιοθήκη της Μητρόπολης. Στο γραφείο του, ανάμεσα σε σωρούς από ξεχασμένα χαρτιά και βιβλία, είδε το παλιό κουτί που είχε ξεχαστεί σε μια γωνιά. Το τράβηξε προς τα έξω και το άνοιξε προσεκτικά. Μέσα, βρήκε χειρόγραφα χαρτιά, κι ένα παλιό καφέ φάκελο με κίτρινες γωνίες — το θεατρικό έργο που είχε αρχίσει να γράφει πριν από χρόνια, τότε που το μέλλον φάνταζε ανοιχτό και γεμάτο υποσχέσεις. Τα δάχτυλά του άγγιξαν τα ξεθωριασμένα φύλλα, το μελάνι που είχε ξεθωριάσει, αλλά οι λέξεις ακόμη κρατούσαν ζωντανή την ελπίδα. Κάθισε ξανά, άναψε το μικρό φωτιστικό στο γραφείο και άρχισε να διαβάζει. Κάθε πρόταση, κάθε διάλογος, ξύπναγε μέσα το...