Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιούνιος, 2025

Το χειρόγραφο που ξύπνησε

 Ο Ανέστης σηκώθηκε αργά από την καρέκλα στο μπαλκόνι, νιώθοντας το βάρος της σιωπής να απλώνεται γύρω του. Μέσα στο σκοτάδι, το μόνο φως ήταν το κερί που έκαιγε ακόμα στο τραπεζάκι, σαν φυλαχτό απέναντι στην απώλεια. Μπήκε μέσα, κουρασμένος αλλά αποφασισμένος να μετατρέψει τον πόνο σε ελπίδα. Το πένθος σε αγάπη. Όπως του είχε πει και η γυναίκα στην βιβλιοθήκη της Μητρόπολης.  Στο γραφείο του, ανάμεσα σε σωρούς από ξεχασμένα χαρτιά και βιβλία, είδε το παλιό κουτί που είχε ξεχαστεί σε μια γωνιά. Το τράβηξε προς τα έξω και το άνοιξε προσεκτικά. Μέσα, βρήκε χειρόγραφα χαρτιά, κι ένα παλιό καφέ φάκελο με κίτρινες γωνίες — το θεατρικό έργο που είχε αρχίσει να γράφει πριν από χρόνια, τότε που το μέλλον φάνταζε ανοιχτό και γεμάτο υποσχέσεις. Τα δάχτυλά του άγγιξαν τα ξεθωριασμένα φύλλα, το μελάνι που είχε ξεθωριάσει, αλλά οι λέξεις ακόμη κρατούσαν ζωντανή την ελπίδα. Κάθισε ξανά, άναψε το μικρό φωτιστικό στο γραφείο και άρχισε να διαβάζει. Κάθε πρόταση, κάθε διάλογος, ξύπναγε μέσα το...

Μπαλκόνι με θέα στην Απουσία

 Το σπίτι ήταν ήσυχο. Από εκείνες τις σιωπές που δεν σε ξεκουράζουν, αλλά σε βαραίνουν. Πέρασε μέσα δίχως να ανάψει φώτα. Πήγε κατευθείαν στο μπαλκόνι. Το φως του απογεύματος χανόταν στον ορίζοντα, πίσω από το γαλάζιο της θάλασσας και όλο το τοπίο έμοιαζε σαν ένας καμβάς ζωγραφικής, τέτοιον που μπορείς να δεις σε μια έκθεση και να σου ξυπνήσει διάφορα συναισθήματα.  Κάθισε σε μια πλαστική καρέκλα . Έμεινε έτσι για λίγο. Με την πλάτη ακουμπισμένη πίσω, τα πόδια λυγισμένα, και το βλέμμα του χαμένο στο βάθος του ορίζοντα, που έμοιαζε σα να μην έχει επαφή με την πραγματικότητα.  Έπειτα, σχεδόν ψιθυριστά, άρχισε να μιλά. Δεν κοίταζε πουθενά συγκεκριμένα. Σαν να απευθυνόταν σε κάτι αόρατο που ήξερε όμως ότι άκουγε. – "Δεν ξέρω πώς να το κάνω αυτό. Δεν με έμαθε κανείς. Εσύ ήσουν πάντα αυτός που ήξερε τι να πει. Πώς να χαλαρώσει την ένταση. Πώς να με τραβήξει πίσω όταν έπεφτα. Τώρα… δεν έχω ποιος να το κάνει." Σώπασε για λίγο. Πέρασε τα δάχτυλά του πάνω απ’ το πρόσωπό του — ...

Η γυναίκα με τα σκονισμένα τετράδια

 Ησυχία. Από εκείνη τη σιωπή που μυρίζει χαρτί παλιό, μελάνι, και λίγο θυμίαμα που είχε ποτίσει τα ράφια — το άρωμα της βιβλιοθήκης της Μητροπόλεως Χαλκίδος. Ο ήρωας καθόταν στην άκρη του τραπεζιού, διαβάζοντας απορροφημένος. Το βιβλίο μπροστά του είχε τίτλο: "Το Πένθος: Ορθόδοξη, Λαογραφική και Ψυχολογική Θεώρηση". Του πατρός Φιλόθεου Φάρου.  Από τα λίγα που τον κρατούσαν αυτές τις μέρες. Ίσως επειδή μιλούσε για απώλειες που δεν είχαν ειπωθεί ποτέ. Στη γωνία της αίθουσας, μια γυναίκα έγραφε κάτι σε ένα σημειωματάριο. Ήταν εκεί από πριν. Δεν της είχε δώσει σημασία. Την είχε δει ξανά — ή έτσι νόμιζε. Μια αίσθηση, σαν σκιά ανάμνησης. Αλλά δεν μπορούσε να την τοποθετήσει. Την ώρα που γύρισε μια σελίδα, η φωνή της διέκοψε τη ροή της σκέψης του. – «Συγγνώμη που διακόπτω. Το βιβλίο αυτό… σ’ ενδιαφέρει ερευνητικά ή προσωπικά;» Σήκωσε το βλέμμα. – «Προσωπικά, υποθέτω. Πάντως, δεν ήρθα με πρόθεση να το αναλύσω. Ήθελα να νιώσω λιγάκι… ότι κάποιος με κατανοεί, έστω και αυτό το χαρτί.» Ε...

Ψίθυροι στη θάλασσα

Η θάλασσα απλωνόταν ήρεμη, λες και η γαλήνη της προσπαθούσε να σβήσει τη φουρτούνα που έκαιγε μέσα του. Ο ήλιος είχε αρχίσει να χαμηλώνει, και τα τελευταία χρυσά φώτα άγγιζαν τις ήσυχες ακτές της Χαλκίδας. Ο Ανέστης περπατούσε αργά, τα πόδια του βυθισμένα στην υγρή άμμο, κι όμως το μυαλό του ήταν μακριά, παγιδευμένο σε σκέψεις που δεν έβρισκαν δρόμο να βγουν. Μια ανακοίνωση που του είχε φέρει ο γιατρός πριν λίγες ώρες, ένα όνομα που πάγωσε τον χρόνο – μαύρο και βαρύ σαν πέτρα που έσκασε μέσα του. Στην αρχή προσπάθησε να αγνοήσει το βάρος, να το κρύψει πίσω από μια αστραφτερή προσπάθεια κανονικότητας. Όμως η σκέψη επέμενε, διατρυπούσε τη σιωπή σαν ακίδα που δεν μπορούσε να τραβήξει. Η θάλασσα σήμερα… κάτι μοιάζει να ψιθυρίζει αλλιώς. Τα βήματά μου στην άμμο αφήνουν ίχνη που ο άνεμος θα σβήσει. Μήπως όλα είναι πιο εύθραυστα απ’ ό,τι δείχνουν; Κι αν το σήμερα κρύβει κάτι που δεν το έχω δει ακόμα; Δεν ξέρω πού πηγαίνω, αλλά αισθάνομαι πως κάτι κινείται μέσα μου… Ο άνεμος ανακάτευε τα μαλλ...